Η ρητορική περί αξιοκρατίας

Ο Μάικλ Σαντέλ, στο βιβλίο του «The Tyranny of Merit» (Farrar, Straus & Giroux 2020), εξετάζει κριτικά την έννοια της αξιοκρατίας. Ο Αμερικανός φιλόσοφος αμφισβητεί τη «ρητορική της ανόδου», την ιδέα δηλαδή ότι η άνοδος ενός ατόμου στην κοινωνική ιεραρχία εξαρτάται μόνον από τα δικά του προσόντα και τις προσπάθειές του. Η ακόλουθη συνέντευξη του Μάικλ Σαντέλ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Corriere della Sera».

Αναδημοσίευση από την efsyn.gr του Θανάση Γιαλκέτση

•Eξηγείτε στο βιβλίο σας ότι η ρητορική της ανόδου ανάγεται στον Ρέιγκαν, αλλά υιοθετήθηκε στην Αμερική τόσο από το Δημοκρατικό Κόμμα όσο και από το Ρεπουμπλικανικό και παρουσιάστηκε εσφαλμένα ως ταυτόσημη με το αμερικανικό όνειρο.

Είναι η ερμηνεία του αμερικανικού ονείρου που έδιναν οι πολιτικοί από τον Ρέιγκαν κι έπειτα. Το αμερικανικό όνειρο όμως είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Στο τέλος του βιβλίου μου μιλώ για τον συγγραφέα Τζέιμς Τράσλοου Ανταμς, ο οποίος επινόησε την έκφραση «αμερικανικό όνειρο» στη δεκαετία του 1930, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Υφεσης.

Μέρος αυτής της ιδέας προϋπέθετε την ευκαιρία μιας ανεξάρτητης ανόδου με αφετηρία το ατομικό υπόβαθρο, αλλά συμπεριλάμβανε και μια δημοκρατική «ισότητα συνθηκών», η οποία θα επέτρεπε σε όλους τους πολίτες κάθε κατηγορίας, κοινωνικής τάξης ή εθνότητας να μετέχουν σε έναν κοινό δημόσιο χώρο. Το βιβλίο μου προσπαθεί να ανακτήσει αυτή τη διάσταση του αμερικανικού ονείρου και να καταδείξει ότι πρόκειται για ένα δημοκρατικό σχέδιο ευρύτερο σε σχέση με την έμφαση μόνο στην ατομική κοινωνική κινητικότητα.

• Με ποιον τρόπο έσφαλε ο Μπαράκ Ομπάμα;

Η ρητορική της ανόδου που χρησιμοποιούσε ο Ομπάμα υπογράμμιζε την αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Οπως οι πολιτικοί του κόμματός του, έτσι και αυτός υιοθέτησε την ατομική αξιοκρατική αντίληψη ώς το σημείο να μην κατανοεί πλήρως ότι αυτή αποτελούσε μια προσβολή για πολλούς λιγότερο μορφωμένους εργαζόμενους. Το να απαντάμε στο πρόβλημα των ανισοτήτων λέγοντας στον κόσμο ότι πρέπει να πάει στο πανεπιστήμιο, αποκλείει την πλειονότητα των Αμερικανών, σχεδόν τα δυο τρίτα του πληθυσμού που δεν έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο.

Το να θεμελιώνουμε μια πολιτική πάνω στην ιδέα ότι, αν πας στο πανεπιστήμιο, μπορείς να ξεπεράσεις τη στασιμότητα των μισθών, την απώλεια θέσεων εργασίας και τις ανισότητες που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση υποδηλώνει ότι ευθύνονται οι λεγόμενοι «αξιοθρήνητοι» [όρος που χρησιμοποίησε η Χίλαρι Κλίντον κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2016] και όχι οι πολιτικές που συνέβαλαν στην κρίση. Ενας από τους λόγους για τους οποίους το Δημοκρατικό Κόμμα, στο διάστημα μεταξύ των προεδριών του Μπιλ Κλίντον και του Μπαράκ Ομπάμα, έχασε βαθμιαία πολλούς εκλογείς από την εργατική τάξη είναι και το ότι είχε ενστερνιστεί τις προοπτικές των πιο μορφωμένων επαγγελματικών κατηγοριών, μένοντας κουφό απέναντι στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια των λιγότερο εύπορων στρωμάτων.

• Εσείς θελήσατε να καταρρίψετε την ιδέα ότι όποιος είναι πετυχημένος με οικονομικούς όρους ή και με πανεπιστημιακούς τίτλους είναι περισσότερο άξιος από εκείνον που είναι φτωχός. Θελήσατε δηλαδή να απορρίψετε μια διαίρεση της κοινωνίας σε νικητές και σε χαμένους, η οποία επικυρώνεται ηθικά από την ιδέα της αξιοκρατίας. Η πανδημία του κορονοϊού δεν οδήγησε στην επαναξιολόγηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων που δεν κατέχουν πανεπιστημιακά πτυχία και απασχολούνται σε τομείς με λιγότερο γόητρο;

Ναι, μέχρις ενός σημείου. Απομένει να δούμε αν αυτό θα οδηγήσει σε μια νέα πολιτική και σε ένα νέο προσανατολισμό προς τον κόσμο της εργασίας. Νομίζω ότι στη διάρκεια της πανδημίας όλοι αντιληφθήκαμε πόσο βαθιά εξαρτιόμαστε από εργαζόμενους που απασχολούνται όχι μόνο στα νοσοκομεία, αλλά και στις ταχυμεταφορές, στα μικρά καταστήματα, στα σουπερμάρκετ, στην κατ’ οίκον παροχή υγειονομικής βοήθειας, στα σχολεία. Οι εργαζόμενοι αυτοί δεν είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι και με μεγαλύτερο γόητρο στις κοινωνίες μας, κι ωστόσο σήμερα τους θεωρούμε θεμελιώδεις. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δημόσια συζήτηση για την αξιοπρέπεια της εργασίας και στη διαπίστωση της αναγκαιότητας να ανασυγκροτηθεί η οικονομία, προκειμένου να αυξηθεί ο μισθός, αλλά και ο σεβασμός και η κοινωνική αναγνώριση εργαζομένων που συμβάλλουν ουσιαστικά στο κοινό καλό, παρόλο που δεν διαθέτουν πανεπιστημιακά πτυχία.

• Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζεται πάντα στους οπαδούς του σαν ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, ενώ είναι προφανές ότι αυτό δεν ισχύει. Ακόμη και οι φορολογικές δηλώσεις του κατέδειξαν ότι δεν είναι πετυχημένος επιχειρηματίας. Γιατί αυτό δεν επηρέασε τους υποστηρικτές του;

Η εφημερίδα «New York Times» κατέδειξε ότι ο Τραμπ δεν έχει κερδίσει τα χρήματά του ως πετυχημένος επιχειρηματίας, αλλά παριστάνοντας ότι είναι τέτοιος στην τηλεόραση. Αυτό δεν ενοχλεί τους υποστηρικτές του, επειδή η οργή τους στρέφεται εναντίον του ελιτισμού τον οποίο συνδέουν με τη διανόηση, με τους πανεπιστημιακούς τίτλους και με την αλαζονεία με την οποία νιώθουν ότι τους αντιμετωπίζουν όσοι τους κατέχουν. Ο στόχος της λαϊκιστικής εξέγερσης είναι οι μορφωμένες ελίτ των μίντια και του ακαδημαϊκού κόσμου. Δεν υπάρχει η ίδια μνησικακία προς τις ελίτ των επιχειρήσεων. Φαίνεται ότι υποθέτουν πως αυτές οι τελευταίες έχουν πλουτίσει δημιουργώντας κάτι, αντί να προωθούνται χάρη στην αμφισβητούμενη αξία τους.

• Ο Μπέρνι Σάντερς, όπως και ο Τραμπ, δεν χρησιμοποιούσε τη ρητορική της αξιοκρατίας…

Οι υποψηφιότητες του Σάντερς και του Τραμπ αναδύθηκαν μέσα από την οργή και το αίσθημα αδικίας για την οικονομική κρίση του 2008 και για τη διάσωση των τραπεζών, που υποστηρίχθηκε και από τα δύο κόμματα, συμπεριλαμβανόμενης της κυβέρνησης Ομπάμα. Τόσο ο Τραμπ όσο και ο Σάντερς ήταν οι outsiders σε σχέση με την κυρίαρχη ρητορική της ανόδου.

Ο Τραμπ μιλούσε για νικητές και χαμένους, αλλά υποσχόταν ότι θα κάνει την Αμερική και πάλι μεγάλη. Ως Αμερικανοί θα γινόμασταν όλοι νικητές. Δεν επρόκειτο για ένα ζήτημα ατομικής κινητικότητας. Ο Σάντερς δεν αμφισβητούσε ρητά τη ρητορική της ανόδου, αλλά αυτός και η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ επέκριναν πάντοτε τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της παγκοσμιοποίησης, που είναι το υπόβαθρο αυτής της ρητορικής. Δεν λένε να πάμε στα πανεπιστήμια ως ατομική διέξοδο, αλλά προσφέρουν μιαν εναλλακτική λύση: να μειώσουμε τις ανισότητες αλλάζοντας το σύστημα, ανασυγκροτώντας την οικονομία.

• Ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τις εκλογές του Νοεμβρίου. Η υπουργός Οικονομικών του Μπάιντεν Τζάνετ Γέλεν θέλει να πραγματοποιήσει το αμερικανικό όνειρο για όλους. Είναι δυνατόν να οικοδομηθεί μια πιο δίκαιη κοινωνία;

Μένει να δούμε τι θα γίνει. Ενας από τους στόχους μου είναι να ενθαρρύνω μιαν αλλαγή της δημόσιας συζήτησης γι’ αυτά τα θέματα. Οταν θεωρούμε ότι η επιτυχία που εμείς κατορθώσαμε είναι ένδειξη της δικής μας αξίας, μας διαφεύγουν δυο πράγματα: ο ρόλος της τύχης και η οφειλή που έχουμε απέναντι σε οικείους και δασκάλους, στη συνοικία και στην κοινότητα, στη χώρα και στους καιρούς στους οποίους ζούμε. Προσκαλώ όποιον έχει πετύχει να επανεξετάσει τη δική του αξιοκρατική ύβρη. Ελπίζω ότι αυτό θα οδηγήσει σε μια δημόσια ζωή λιγότερο πολωμένη και περισσότερο γενναιόδωρη, στο επίκεντρο της οποίας θα μπορέσουμε να θέσουμε αυτό που οφείλουμε.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

top