Παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Παπανικολόπουλου «Το 1821 ως Επανάσταση. Γιατί ξέσπασε και γιατί πέτυχε»

Το βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου «Το 1821 ως Επανάσταση. Γιατί ξέσπασε και γιατί πέτυχε», που κυκλοφορεί στο πλαίσιο της εκδοτικής σειράς «Βασικές Έννοιες»,  «δεν είναι απλά ένα καλό βιβλίο για το 1821· είναι ταυτόχρονα και μία υποδειγματική εφαρμογή των σχημάτων της θεωρίας των κοινωνικών κινημάτων», όπως υπογράμμισε κατά την εκδήλωση της παρουσίασής του ο Κώστας Ελευθερίου

 

 

«Το 1821 στη διεθνή συζήτηση περί επαναστάσεων»

Ο Δημήτρης Μπαχάρας (δρ. Ιστορίας, διδάσκων του Ιονίου Πανεπιστημίου) επισήμανε για το βιβλίο ότι «είναι σαν να διαβάζουμε ξανά μία ιστορία της Επανάστασης του ’21, με μια σύγχρονη ματιά που αξιοποιεί τη βιβλιογραφική παραγωγή των τελευταίων ετών». Επισήμανε τη σημασία της αξιοποίησης των κοινωνικών θεωριών από τους ιστορικούς, «έναν δρόμο που δείχνει ο Δ. Παπανικολόπουλος», αναδεικνύοντας πώς «η Επανάσταση του 1821 είναι μία επανάσταση που εντάσσεται σαφώς στη διεθνή συζήτηση περί επαναστάσεων και όχι μία περιθωριακή επανάσταση την οποία κοιτάμε ενδοσκοπώντας».

 

Αναφέρθηκε, επίσης, στην κινητοποίηση των πόρων (ανθρώπινων και υλικών) οι οποίοι, όπως είπε, «δεν κινητοποιούνται από πριν, δεν προϋπάρχουν της Επανάστασης», επισημαίνοντας ακόμη την αξία της αναφοράς στο βιβλίο στην κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πριν από την Επανάσταση του ‘21 και πώς μέσα από αυτήν αναδύθηκε ένα επαναστατικό κίνημα. «Το πώς δυναμώνουν οι ελίτ, το πώς συνεργάζονται όταν έρχεται η ώρα με τις αγροτικές μάζες, πώς και γιατί οι αγροτικοί πληθυσμοί κινητοποιούνται μέσα από μία προηγούμενη κατάσταση δεν περιορίζεται μόνο στην ελληνική επικράτεια ή μόνο σε μία ελληνική ανάγνωση. Θέλει να θέσει ένα νέο ερώτημα, να κάνει μία νέα σύνθεση» ανέφερε για τον συγγραφέα. «Ο ίδιος λέει ότι ο κόσμος δεν επαναστατεί διότι έφτασε στο απροχώρητο, στο σημείο να πεινά αλλά φτάνουμε στην Επανάσταση από τον αντίθετο δρόμο, όταν τα πράγματα έχουν αρχίσει να βελτιώνονται, όταν ο κόσμος πιστεύει ότι υπάρχουν κι άλλα περιθώρια βελτίωσης, ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει από πριν. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι να προσαρμοστούν στις αλλαγές, όλες οι διαφορετικές ομάδες» συμπλήρωσε.

Ο Δ. Μπαχάρας έδωσε ακόμη έμφαση στη σημασία που είχε ο ψυχολογικός παράγοντας στην Επανάσταση του 1821 και η οποία υπογραμμίζεται στο βιβλίο, «στο πώς ο Κολοκοτρώνης μπορεί να εμψύχωνε τους πληθυσμούς και ο Καραϊσκάκης να συμπεριφερόταν στους δικούς του ανθρώπους και ταυτόχρονα σε πιο γενικά πλαίσια πώς μια μαζική ψυχολογία νίκης ή ήττας μπορεί να παίξει ρόλο στην πορεία των χρόνων ενός επαναστατικού κινήματος».

 

Η Σία Αναγνωστοπούλου (καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και βουλευτής) τόνισε ότι το βιβλίο είναι πολύ σημαντικό γιατί «έρχεται καίρια σε μία συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και κάποιο διάστημα, την οποία τόσο επιστημονικά όσο και ως Αριστερά πρέπει να κάνουμε. Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος προσφέρει τα εργαλεία για να μιλήσουμε για το μείζον γεγονός, που είναι η Ελληνική Επανάσταση, αλλά και με αφορμή το μείζον γεγονός», όπως ανέφερε.

«Το βιβλίο αξιοποιεί όλη την ιστορική έρευνα κυρίως από το 1975 και μετά, όταν οι αριστεροί ιστορικοί (Ηλιού, Ασδραχάς αλλά και νεότεροι) βάζουν στο περιθώριο της ιστορίας την πρώτη μεγάλη εκδοχή που υπήρχε για την Ελληνική Επανάσταση ότι “ήταν ένα ώριμο φρούτο το οποίο ήρθε έπειτα από πολλές εξεγέρσεις των Ελλήνων και δεν ήταν τίποτε άλλο παρά άλλη μια εξέγερση που ευνοήθηκε λόγω των συνθηκών και έφτασε σε αίσιο τέλος”».

 

Η Σ. Αναγνωστοπούλου τόνισε ότι ο συγγραφέας έρχεται να διαμορφώσει νέο ερμηνευτικό πλαίσιο που υπερβαίνει διαχωρισμούς όπως «εκσυγχρονιστές-παραδοσιακοί» και «να βάλει σε αυτό όλο τον κόσμο που συμμετείχε στην Επανάσταση, από τους Φαναριώτες και τους πρόκριτους, μέχρι τους οπλαρχηγούς, αρματωλούς κ.ο.κ., διότι όλος ο λαός ξεσηκώθηκε», κάνοντας λόγο για «διαμόρφωση μιας εμπρόθετης συλλογικής δράσης».

Σχετικά με το ερώτημα για τον χαρακτήρα της Επανάστασης (αν ήταν αστική, αγροτική, κτλ.) επισήμανε ότι «συμμετέχουν οι πάντες, διότι δημιουργείται κοινότητα συμφερόντων. Η Επανάσταση φτιάχνει επαναστατική υλικότητα, τους δικούς της ανθρώπους» ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι το βιβλίο «ρίχνει το φακό στους ίδιους τους ανθρώπους που επαναστάτησαν και όχι στην περιφέρεια, όπως στις Μεγάλες Δυνάμεις».

Στη συνέχεια, έθεσε δύο μείζονα θέματα αυτό του ηγέτη και της ιδεολογίας. «Το σημαντικό δεν είναι ο “ένας” ηγέτης όπως ο Κολοκοτρώνης, αλλά τα ηγετικά καθήκοντα που αναλαμβάνει ο καθένας. Πολύς κόσμος, διαφορετικής προέλευσης οπλαρχηγοί, πρόκριτοι, έμποροι αναλαμβάνουν διαφορετικά ηγετικά καθήκοντα. Κινητήρια δύναμη γίνεται η ιδεολογία στη φάση που πρέπει να πετύχει η Επανάσταση και να φτιάξει τον νέο κόσμο. Εκεί που θα δημιουργηθεί η διαχωριστική γραμμή. Μία εθνική ταυτότητα η οποία διαχωρίζει οριστικά, αποσαφηνίζει το ποιος είναι ο εχθρός, με το δίλημμα “ελευθερία ή θάνατος” να αποκτά υλικότητα».

Και κατέληξε λέγοντας ότι «η ίδια η Επανάσταση φτιάχνει τους θεσμούς της οι οποίοι ήταν οιονεί δημοκρατικοί και δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικοί, γιατί δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν όλους τους επαναστατημένους».

 

Ο Αντώνης Λιάκος (ιστορικός, ομότιμος Καθηγητής του ΕΚΠΑ) μίλησε για τις πολλαπλές αναγνώσεις της Επανάστασης, «ένα πολύμορφο γεγονός που περιλαμβάνει πολλές οπτικές γωνίες».

Στην εισήγησή του έκανε λόγο για «θεσμικό κενό», τονίζοντας ότι «δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει συζήτηση στην ελληνική Βουλή για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση».

Για το βιβλίο ανέφερε αρχικά ότι «έρχεται να καλύψει όχι μόνο γνώσεις για την Επανάσταση αλλά και έδαφος ως προς την πολιτική προς αυτήν». Σύμφωνα με τον Αντ. Λιάκο, «στην Ελλάδα υπάρχουν δύο βασικές γραμμές για την Επανάσταση, η εθνορομαντική, δηλαδή ένα έθνος το οποίο ήταν πάντα υπό ζυγό και κάποια στιγμή βρήκε τις ευκαιρίες και έκανε την επανάσταση και η άλλη είναι μία αριστερή, λαϊκιστική αντίληψη, η οποία θέλει την επανάσταση ως έργο των λαϊκών δυνάμεων, (των καπεταναίων, του ένοπλου λαού, κ.ά.) οι οποίοι είχαν απέναντί τους κοτζαμπάσηδες την Εκκλησία, ξένους κοκ.»

Στη συνέχεια προχώρησε στη διάκριση μεταξύ του ιστορικού παρελθόντος με το πρακτικό παρελθόν. «Το πρώτο το εξετάζουμε για την περιέργειά μας, χωρίς να βγάζουμε συμπεράσματα. Το δεύτερο το προσεγγίζουμε για να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για την κοινωνία μας. Το βιβλίο του Δ. Παπανικολόπουλου διαβάζεται περισσότερο ως έγνοια για το πρακτικό παρελθόν» ανέφερε. «Το βιβλίο δείχνει πώς γίνεται μια μεγάλη πολιτική αλλαγή και γιατί μπορεί να πετύχει» και αναδεικνύει την «Επανάσταση ως μια διαδικασία κοινωνικής μεταβολής και κοινωνικών αλλαγών».

 

Υπογράμμισε, έτσι, τη μεγάλη σημασία της «αναπλαισίωσης της δυσαρέσκειας» αφού «δεν φτάνει να υπάρχει δυσαρέσκεια, χρειάζεται η πολιτική της αναπλαισίωση· το πώς, δηλαδή, οι δυσαρέσκειες των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων της τότε κοινωνίας μπορούν να αναπλαισιωθούν και να μετατραπούν στο “ελευθερία vs δουλεία”», κάνοντας λόγο για «κωδικοποίηση της ελπίδας μέσα από τη λέξη “ελευθερία”».

Συνεχίζοντας, σημείωσε ότι «η επιτυχία της Επανάστασης και το γεγονός ότι χώρεσε όλους τους παράγοντες οφείλεται στο γεγονός ότι μπόρεσε να συνδυάσει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Και διαφορετικές ηγετικές ομάδες και διαφορετικές δεξιότητες, δίκτυα, ιδέες και κοινωνικές θέσεις ομάδων· και το γεγονός ότι τους έβαλε σε ένα πλαίσιο συνεργασίας ήταν ένας από τους όρους για τους οποίους πέτυχε η Επανάσταση».

Τέλος, υπογράμμισε ότι «η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε αποτελέσματα μόνο εντός της Ελλάδας αλλά μία διεθνή απήχηση. Έγινε ένα γρανάζι μέσα στη διαδικασία των αλλαγών του κόσμου τον 19ο αιώνα».

 

Στον χαιρετισμό του ο Δ. Παπανικολόπουλος αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων στους πολιτικούς λόγους για τους οποίους έγραψε το βιβλίο. «Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η πολιτική Δεξιά θα εκμεταλλευθεί και αυτή την επέτειο για να σβήσει τη λαϊκότητα και τη ριζοσπαστικότητα αυτής της επανάστασης, όπως το έκανε και στο παρελθόν» ανέφερε, προσθέτοντας ότι «είχε πάντα μία δυσανεξία απέναντι στο γεγονός της ίδιας της επανάστασης κατά την οποία οι δούλοι σήκωσαν κεφάλι». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να πετύχει χωρίς τη συνδρομή του λαού, των ελίτ και μέσα σε αυτούς ήταν, φυσικά και οι διανοούμενοι οι οποίοι, όμως, εκείνο που πρόσφεραν ήταν ένα πλαίσιο ώστε όλες αυτές οι προσπάθειες από έναν ολόκληρο λαό να “καναλιζαριστούν” προς έναν μαχητό στόχο, που ήταν το έθνος-κράτος και η ελευθερία που αυτό θα πρόσφερε».

 

Αναφερόμενος στην Αριστερά τόνισε ότι «η Ελληνική Επανάσταση είναι ένα καλό παράδειγμα στο οποίο οι άνθρωποι έκαναν αυτό που κάθε πετυχημένη επανάσταση, κάθε πετυχημένο κίνημα και άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο πρέπει να κάνουν, δηλαδή να συγκεντρώνουν οργανωτικούς, υλικούς, ανθρώπινους πόρους, να καινοτομούν στο επίπεδο του “ρεπορτορίου” της δράσης, να αποδύονται σε έναν διπλωματικό αγώνα για να κερδίσουν στήριξη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό να κάνουν τα πάντα για να αναδεικνύουν καινούριους ενδογενείς πόρους. Γιατί η κοινωνία είναι αήττητη αφού διαθέτει πολλούς ενδογενείς πόρους. Είναι μία επιτυχία όλων όσων αναλαμβάνουν ηγετικά καθήκοντα στο να αυξήσουν αυτούς τους ενδογενείς πόρους και να τους συναρθρώσουν σωστά».

Κλείνοντας, ο Δ. Παπανικολόπουλος τόνισε ότι «το 1821 οι Έλληνες έγιναν έθνος διότι ήταν πρόσφυγες, γιατί όλοι έχασαν την πατρίδα τους -η πατρίδα τους ήταν η τοπική τους πατρίδα, η περιοχή τους η οικογένειά τους. Όπου ηττήθηκε η Επανάσταση οι άνθρωποι συνέρρευσαν στο ελεύθερο κράτος (…) Ήμασταν όλοι πρόσφυγες στην Επανάσταση γι’ αυτό και αποφασίσαμε να παραμερίσουμε τις τοπικές πατρίδες για να φτιάξουμε μία μεγάλη πατρίδα» καταλήγοντας ότι «γίναμε έθνος επειδή ήμασταν πρόσφυγες».

Ο χαιρετισμός του συγγραφέα Δημήτρη Παπανικολόπουλου

Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

top