Εσθήρ Κοέν 1924-2020, η γηραιότερη επιζήσασα του Άουσβιτς από τα Γιάννενα.

«Κανένας δεν πόνεσε,ούτε ένα δάκρυ. Τι τους κάναμε; Δεν τράβηξε κανείς γείτονας το κουρτινάκι να δει να μας σέρνουν στους δρόμους.
Φτωχοί άνθρωποι ήμασταν, στη μεγάλη πλειοψηφία, νοικοκυραίοι, δεν είχαμε πειράξει κανέναν, αιώνες ολόκληρους ζούσαμε στα Γιάννενα.
Δεν μας αγάπησε κανείς…»
«Όρμησαν στα σοκάκια ουρλιάζοντας και πυροβολώντας, χτυπώντας πόρτες και σπάζοντας τζάμια… Πάρτε από έναν μπόγο και σε μια ώρα να είστε όλοι στην πλατεία. Τι να πρωτοκάνουμε σε μια ώρα; Ήμασταν εφτά αδέρφια και οι γονείς μου. Η νύφη μου ήταν έγκυος στον όγδοο μήνα, ήταν μία τρέλα».

Έντεκα μέρες ταξίδι χωρίς φαγητό, νερό, στα παγωμένα βαγόνια και τα τρένα του θανάτου φτάνουν στο Άουσβιτς σταματώντας στη ράμπα του κοντινού Μπίρκεναου, ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό. Είναι η στιγμή που βλέπει για τελευταία φορά την οικογένειά της.

«Μείναμε άφωνες, δεν έβγαινε φωνή, είχε κολλήσει η γλώσσα, δεν ήξερες τι να πεις. Μας βάλανε στην γραμμή και εκεί μας έκαναν το τατουάζ στο χέρι. Να εδώ είναι το νούμερο:77102. Το είχα μάθει και γερμανικά και το φώναζα σε κάθε προσκλητήριο. Δεν ήμουν πλέον ένας άνθρωπος, ήμουν ένα νούμερο. Δεν είχα όνομα, δεν με είχε γεννήσει μάνα, δεν είχα οικογένεια πλέον. Τελείωσε. Από εκεί μας πήγαν να μας κόψουν τα μαλλιά. Εκεί ήταν πολλές Θεσσαλονικιές όμηροι, που είχαν πάει γρηγορότερα. Κομμώτριες, δήλωσαν.
Σε παρακαλώ, είπα σε μια κοπέλα που με κούρευε, που μπορεί να πήγαν τους γονείς μου;
Θέλεις τόσο γρήγορα να μάθεις; μου είπε.
Ναι θέλω, σε παρακαλώ, της απάντησα και μου δείχνει απέναντι.
– Βλέπεις αυτή τη φλόγα;
– Βλέπω.
– Εκεί καίνε την μάνα σου και την οικογένειά σου.
Λιποθύμησα. Με συνέφεραν, κακήν κακώς με τράβηξαν και ξημέρωσα σ ένα μπλοκ που ήτανε σαν το κοτέτσι.
Και το πρωί σηκωνόμασταν η ώρα τέσσερις και κάναμε προσκλητήριο και καταμέτρηση στην βροχή.
Φώναζαν τα νούμερα. Έβρεχε, χιόνιζε, εσύ ήσουν “Απελ”, όλα τα μπλοκ. Μας έβαναν στην δουλειά. Τι κάναμε; Σπάζαμε πέτρες, τις φορτώναμε σ ένα βαγονάκι. Γεμάτο το βαγονάκι και εμείς κάναμε την μηχανή» .

Η Εσθήρ θα καταφέρει να επιζήσει μέχρι την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Αυτή και η αδερφή της από την εφταμελή οικογένεια. Δύο σκελετωμένες νεαρές κοπέλες, χωρίς γονείς πνιγμένες σ’ ένα φοβερό εφιάλτη, καλούνται να ανέβουν έναν νέο Γολγοθά, ελπίζοντας στην περιουσία που είχαν αφήσει φεύγοντας.

Το πρώτο χτύπημα για την Εσθήρ, ήταν τρομακτικό.
Φτάνοντας στα Γιάννενα θα πάει κατ ευθείαν στο σπίτι τους στην οδό Γενναδίου 1.
«Όταν έκανα να μπω μέσα εμφανίστηκε στο πρώτο σκαλοπάτι ένας άγνωστος και μου είπε πού πας; Στο σπίτι μου, του απάντησα.
Μου λέει, μην προχωρείς, θα σου πω κάτι.
Λέω ορίστε.
Ξέρεις αν η μαμά σου είχε φούρνο στην κουζίνα;
Όλο χαρά εγώ, απάντησα: Βέβαια ψήναμε το ψωμί, δεν ξέρω το σπίτι μου;
Ε, αφού δεν σ έκαψαν οι Γερμανοί θα σε κάψω εγώ αν τολμήσεις να μπεις μέσα, μου είπε.
Τι ήταν αυτό;
Έλληνας, να με κάψει; Αυτός εμένα; Θεέ μου…».
Καθώς έπρεπε να ζήσει, η Εσθήρ, άρχισε να ψάχνει για τα περιουσιακά στοιχεία των γονέων της. Όπως λέει το κρασοπωλείο του πατέρα της το είχε οικειοποιηθεί μια χριστιανή συγγενής της «που εμφάνισε δήθεν πωλητήριο της μητέρας μου η οποία όμως είχε καεί στα κρεματόρια», όταν πήγε στην τράπεζα να αναζητήσει τις καταθέσεις, της είπαν ότι τις πήραν οι Γερμανοί και αναζητώντας τις δυο singer μηχανές για να ράβει και να βγάζει ένα μεροκάματο έμαθε ότι είχαν καταλήξει στα «χέρια» της μητρόπολης.

«Πήγα στον μητροπολίτη και εκείνος με παρέπεμψε στη νομαρχία. Εκεί μου είπαν πως δεν ξέρουν τι απέγιναν οι μηχανές και πως για να τις βρουν έπρεπε να τους δώσουν τους αριθμούς τους. Πού να ξέρω εγώ αριθμούς;
Σήκωσα το μανίκι και τους έδειξα τον αριθμό του Άουσβιτς. Αυτόν μόνο θυμάμαι τους είπα και έφυγα…»

Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

top