Ο Ανδρέας Συγγρός είναι ο πρώτος που στη νεαρή τότε χώρα κατάφερε να “στήσει” το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο, όπου χιλιάδες πολίτες έχασαν τις περιουσίες τους δείχνοντας εμπιστοσύνη σε δημοσιεύματα στημένων ΜΜΕ. Γι αυτές τις υπηρεσίες του τιμάται από την πολιτεία…
(Αναδημοσίευση από ανάρτηση του Θέμη Σκέτου)
Ο Ανδρέας Συγγρός με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως εξαγόρασε τα δικαιώματα και τις εγκαταστάσεις μιας εταιρίας εξόρυξης αντί συνολικά 11.5 εκ. φράγκων και ίδρυσε νέα εταιρία μαζί με τον Serpieri, τα «Μεταλλουργεία Λαυρίου».
Η νέα επιχείρηση ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στο κράτος το 44% από την εκκαμίνευση των εκβολάδων, ενώ το κράτος παραχωρούσε στην εταιρία την περιοχή του Λαυρίου για 99 χρόνια.
Γράφει στα απομνημονεύματά του ο Ανδρ. Συγγρός για την μεταβίβαση της εταιρίας:
«Την 3ην Φεβρουαρίου 1873 αι διαπραγματεύσεις έληξαν και ηγόραζον τας κτήσεις της «Εταιρίας Ρου-Σερπιέρη» εν Λαυρίω δια 11.5 εκ. φράγκα […]. Η είδησις διαδοθείσα ταχέως εις την πόλιν (ενν. την Αθήνα) έκαμε μεγάλην εντύπωσιν και πολλοί των σημαινόντων προσήρχοντο και με συνέχαιρον και η Α.Μ. με προσεκάλει εις ακρόασιν και εξέφραζε την μεγάλην Αυτού ευαρέσκειαν δια την σπουδαίαν υπηρεσίαν, ην προσέφερον εις το Έθνος, και εις Αυτόν προσωπικώς, λέγων μοι, επί λέξει, ότι δεν θα την λησμονήσει ποτέ».
Στις 13 Μαΐου 1873 δημοσιεύτηκε η αναγγελία της νέας εταιρίας με κατατεθειμένο κεφάλαιο 20 εκ. γαλλικά φράγκα και παράλληλα εκδόθηκαν και 100 χιλιάδες μετοχές που διετίθεντο προς 200 δραχμές εκάστη. Στο κοινό διατέθηκαν οι 50 χιλιάδες, ενώ τις υπόλοιπες τις κράτησαν οι ιδρυτές.
Από αυτό το σημείο και για περίπου μια διετία η μικρή Ελλάδα θα συγκλονιστεί από το πρώτο σημαντικό χρηματιστηριακό σκάνδαλο. Θα πάρει μια γεύση του χρηματιστικού καπιταλισμού και των μεθόδων των αετονύχηδων «χρυσοκάνθαρων επενδυτών».
Σχεδόν αμέσως η τιμή της μετοχής εκτινάχτηκε από τις 200 δραχμές στις 310. Ελλείψει χρηματιστηρίου (ιδρύθηκε στα 1875) οι μετοχές πωλούνταν στο… καφενείο «η Ωραία Ελλάς» και σε διάφορα άλλα σαράφικα.
Ένας επενδυτικός πυρετός κατέλαβε το κοινό που πουλούσε σπίτια, κτήματα, μαγαζιά και κοσμήματα προκειμένου να αποκτήσει τις χρυσοφόρες μετοχές της νέας εταιρίας. Γράφει ο Επ. Κυριακίδης για την χρηματιστηριακή φρενίτιδα: «Αι μετοχαί της εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου εκδοθείσαι επί τιμή 200 δραχμών ταχέως ανήλθον εις τιμήν 310 δραχμών˙ πτωχοί και πλούσιοι, έμποροι και εργατικοί, επιστήμονες και καλλιτέχναι και χειρώνακτες έσπευδον να αγοράσωσι τας μετοχάς του θησαυρού καταθέτοντες και τον τελευταίον αυτών οβολόν. Η πολιτική δημοκοπία επί διετίαν είχεν εξεγείρει απιστεύτως την φαντασίαν της αδαούς έτι εις τα χρηματιστικά ελληνικής κοινωνίας˙ καθ’ ύπνους έτι οι αστοί των Αθηνών και των επαρχιακών πόλεων ουδέν έτερον έβλεπον ή τον εν Λαυρίω χρυσορρόαν ποταμόν. Φανταστική τις Καλλιφορνία εδημιουργήθη εν τη διανοία των απλουστέρων και των εξημμένων και τα αποτελέσματα της ονειροπολήσεως ταύτης υπήρξαν επώδυνα».
Μάταια από τις σελίδες της η εφημερίδα «Μέλλον» τόνιζε στους επενδυτές την 18η Μαρτίου 1873: «Περί της υπό του κ. Συγγρού ιδρυομένης μεταλλουργικής εταιρίας λαλήσαντες, και καταστήσαντες προσεκτικόν το κοινόν επί της λήψεως των εκδοθησομένων μετοχών αυτής».
Εικόνα της επικρατούσας κατάστασης μας δίνει επίσης και ο Μιχαήλ Μητσάκης στο διήγημά του «Εις Αθηναίος χρυσοθήρας»: «Αιφνίδια δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη, ην εκμεταλλευόμενοι οι έξωθεν επί τη ευκαιρία ταύτη επελθόντες τότε χρηματισταί υπεξέκαυσαν όλα τα μωρά ένστικτα του όχλου κι έδωκαν να πιστεύση εις αυτόν, ότι εκεί πέραν, εις την Σουνιακήν άκραν, εκρύπτοντο θησαυροί αμύθητοι. […] Η επιχείρησις του Λαυρίου ωρίσθη να γίνη δια μετοχών. Έξωθεν της Ωραίας Ελλάδος εγκαθιδρύθη το πρώτον πρόχειρον χρηματιστήριον”
Είναι ενδεικτικό ότι στον χρηματιστηριακό κυκεώνα μπλέχτηκαν και άνθρωποι ευφυείς, όπως ο Εμμ. Ροΐδης και ο ποιητής Σπ. Βασιλειάδης που έχασαν μεγάλο μέρος της περιουσίας τους.
Στο ζενίθ της χρηματιστηριακής φρενίτιδας έρχεται και η αποκάλυψη για την κυκλοφορία πλαστών μετοχών, γεγονός που οδηγεί την εταιρία την 30η Οκτωβρίου 1873 να αναστείλει την καταβολή της γ’ δόσης στους κατόχους των μετοχών. Αυτό ήταν και το έναυσμα για την αντίστροφη πορεία των μετοχών, τις οποίες γρήγορα όλοι τρέχουν να πουλήσουν.
Ακόμη και το Δημόσιο μείωσε το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία. Η κατάρρευση της τιμής της μετοχής θα επαναφέρει τους ονειροπόλους χρυσοθήρες στην πραγματικότητα, με τη διαφορά ότι οι ίδιοι πλέον ήταν φτωχότεροι από πριν…
Ο Γ. Ασπρέας σχολιάζει για την κατάληξη του επενδυτικού αυτού πυρετού: «[…] η εταιρεία των Μεταλλουργείων κερδοσκοπούσα επιδεξίως εξέδωκε πάραυτα τας μετοχάς αυτής εις την τιμήν των 200δρχ., αλλ’ η έξαψις της κερδοσκοπικής βουλιμίας του λαού, συνεπεία του μεγάλου και μακροχρόνιου θορύβου, ανύψωσε ταύτας δια των αθρόων και επιμόνων ζητήσεων εις το διπλάσιον της αρχικής εκδόσεως. Η τραγική πλάνη διελύθη μετ’ ολίγον αλλ’ ήτο πλέον αργά
Χιλιάδες οικογενειών απεγυμνώθησαν, ενώ ορισμένα άτομα εκαρπώθησαν περί τα 2.000.000 δρχ. Η οργή του λαού εστράφη κυρίως κατά του Ε. Δεληγιώργη, όστις ήτο εξ όλων εξ όλων των κομματαρχών είτε εκ πλάνης είτε δι’ αντιπολιτευτικούς λόγους, ο περισσότερον εξυψώσας τα μεταλλεύματα του Λαυρίου εις μέγαν εθνικόν θησαυρόν».
Το Λαυρεωτικό ζήτημα αποτελεί το πρώτο χρηματιστηριακό σκάνδαλο της νεότερης Ελλάδας.
ο Λαύριο, ως σύμβολο, συνδέθηκε την δεκαετία του 1870 με το όνειρο της υλικής ευημερίας αλλά και με την ομαδική παράκρουση και μανία ενός λαού αδαούς περί τα οικονομικά. Το δε κράτος φαινόταν στα μάτια του λαού και της διεθνούς κοινής γνώμης να εμπαίζεται από μια εταιρία που επιθυμούσε να επιβληθεί αποικιοκρατικά.
Η επένδυση του Serpieri, και αργότερα και του Συγγρού, θέτει τις βάσεις λειτουργίας όχι μιας οργανωμένης και ευνομούμενης επιχειρηματικής πρακτικής, αλλά μιας ασύδοτης αποικιοκρατικού τύπου οικονομικής αυτοκρατορίας με πλήρη αδιαφορία για το εργατικό δυναμικό και το ελληνικό κράτος.
Πράγματι, λίγα χρόνια μετά θα ξεσπάσουν και οι πρώτες οργανωμένες απεργίες των εργατών του Λαυρίου που θα διεκδικήσουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας…
Ο Ροϊδης που υπήρξε θυμα της απάτης έγραψε
“Δάκρυον ορφανού 0,02
Στεναγμοί χήρας 0,01
Πείνα συνταξιούχου 0,01
Εύνοια Τούρκου 0,03
Ελαστικότης κώδικος 0,05
Νωθρότης εισαγγελέως 0,03
Ευήθεια μετόχου 0,85”.
Το 1875, τρία μόλις χρόνια μετά την “λαϊκή πτώχευση” που ο ίδιος δημιούργησε, ο Ανδρέας Συγγρός θα γινόταν “εθνικός ευεργέτης” χρηματοδοτώντας την ανέγερση του πρώτου Πτωχοκομείου της Αθήνας.
Υ.Γ. Αυτό που δεν γνωρίζουν πολλοί, είναι ότι πίσω από αυτές τις δωρεές κρύβεται η σύζυγός του, Ιφιγένεια. Εκείνη ίδρυσε ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και με δικές της υποδείξεις για το τι ανάγκες είχε το κάθε ίδρυμα ο Συγγρός έδινε τα χρήματα. Κατάφερε έτσι να μείνει το όνομά του ως συνώνυμο της ευεργεσίας και να δοθεί σε λεωφόρο και νοσοκομείο!