Περί μεταπολιτικής και υποκρισίας στον ΣΥΡΙΖΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΑ

Υποκρισία: Αλήθεια, δεν ήταν τόσο λαλίστατοι όλοι αυτοί που μιλούν σήμερα για μεταπολιτική και τρομάζουν από την επικράτηση Κασσελάκη, όταν περνούσε (76-24) η αλλαγή του καταστατικού που επέβαλε ο Τσίπρας για την εκλογή αρχηγού από τα μέλη και όχι από τα κομματικά όργανα…

Τώρα, ξαφνικά, θυμήθηκαν τις αριστερές καταβολές τους με μπαμπούλα τον Κασσελάκη και σκέφτηκαν το ενδεχόμενο να αποτελεί ενεργούμενο των Αμερικάνων; Λες και υπήρξε ποτέ ιστορικά κυβέρνηση που να μην έπαιρνε σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό γραμμή από τα μεγάλα συμφέροντα ή την πρεσβεία…

Μεταπολιτική: Όπως αναφέρει σε ανάρτησή του στο fb ο Δημήτρης Τσίρκας:

Γιατί την μεταπολιτική στον ΣΥΡΙΖΑ δεν την έφερε ο Κασσελάκης, ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στη σφαίρα της μεταπολιτικής εδώ και πολύ καιρό.
Από τότε που, έστω και απρόθυμα, αποδέχτηκε το «Δεν υπάρχει εναλλακτική» και πολιτεύεται εντός του καπιταλιστικού ρεαλισμού.
Ως κυβερνητικό κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν μπορεί να είναι αριστερός. Ως αριστερός, δεν θα μπορούσε να είναι κυβερνητικός.
Μια (αναγκαστική) προσχώρηση την οποία επιχειρούσε να διασκεδάσει υπερπροβάλλοντας την αριστερή του ταυτότητα, χωρίς όμως η τελευταία να έχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρισμα στην πραγματικότητα.
Αλλά απουσία αντιστοίχισης του αυτοπροσδορισμού με το πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα, η αριστερολογία, από τα χείλη των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ακουγόταν (και ήταν) απλώς… ηθικολογία.
Μια ηθικολογία μάλιστα η οποία ερχόταν να τους διαφοροποιήσει από την «πλέμπα» – τους δεξιούς, τους απολίτικους, τους συμβιβασμένους, δηλαδή ελιτισμός.
Την ίδια στιγμή που λειτουργούσε και ως συνειδησιακό άλλοθι, επιτρέποντάς τους να απολαμβάνουν χωρίς τύψεις τα προνόμια της κεντρικής θέσης στο αστικό πολιτικό παιχνίδι.
Ο καριερισμός, η αυτοπροβολή και η έμφαση στην επικοινωνία δεν είναι ίδιον του Κασσελάκη, τη συναντά κανείς, σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις, σε όλα τα στελέχη που στέκονται απέναντί του.
Η αναντιστοιχία όμως ήταν ορατή από μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του κόμματος. Όχι μόνο ήταν ορατή, αλλά τους εξόργιζε, αφού εκτός του ότι τους πετούσε εκτός της λίστας των (αριστερών) «εκλεκτών», δεν έφερνε και κανένα αποτέλεσμα στο κύριο επίδικο (και βασικό λόγο ύπαρξης) για ένα κόμμα εξουσίας – τη διεκδίκηση της εξουσίας.
Αυτός ο κόσμος εξεγέρθηκε μόλις του δόθηκε η ευκαιρία, αρπάζοντας όποιον βρήκε μπροστά του. Έναν υποψήφιο που δεν προέρχεται από το κόμμα, που τους λέει «έρχομαι να σας ακούσω» και υπόσχεται να πάρει την εξουσία από την κομματική νομενκλατούρα για να τη δώσει πίσω εκείνους. Και κυρίως, υπόσχεται να τους ξανακάνει νικητές, σε μια εποχή που βιώνουν απανωτές ήττες.
Ήταν μια εξέγερση αμιγώς πολιτική, που, όχι απλώς αναγνωρίζει, αλλά φέρνει στην επιφάνεια τη διαφιλονικούμενη φύση του κοινού (common). Μια εξέγερση απέναντι στην αστυνομική λογική (που εκφράζει ο κομματικός μηχανισμός και οι κομματικοί υποψήφιοι) η οποία κατά τον Ρανσιέρ:
«συμβολίζει την κοινότητα ως ένα σύνολο σαφώς καθορισμένων μερών, τόπων και λειτουργιών, καθώς και των ιδιοτήτων και των δυνατοτήτων που τους προσιδιάζουν, τα οποία προϋποθέτουν μια σταθερή κατανομή πραγμάτων σε δημόσια και ιδιωτικά – διάκριση που και η ίδια εξαρτάται από μια διευθετημένη κατανομή του ορατού και του αόρατου, του θορύβου και της ομιλίας κλπ. Αυτός ο τρόπος καταμέτρησης (των μερών, των τόπων και των λειτουργιών) καθορίζει ταυτόχρονα τους τρόπους ύπαρξης, δράσης και λόγου που τους αρμόζουν».
Ο κομματικός μηχανισμός είχε από πριν χορογραφήσει τη διαδοχή, είχε επιλέξει τους υποψηφίους και τους ρόλους τους – ο Τσακαλώτος θα εξέφραζε την αριστερή ψυχή του κόμματος, ο Παππάς τους φανατικούς τσιπρικούς, ο Τζουμάκας τους γραφικούς πασοκογενείς. Για να κερδίσει, στο τέλος, πανηγυρικά η Αχτσιόγλου που ενσαρκώνει το νέο και την ελπίδα.
Ο ρόλος των μελών ήταν τυπικός, αυτός του κομπάρσου που θα επικύρωνε συμβολικά, με την ψήφο του, το προκαθορισμένο αποτέλεσμα.
Ήταν τέτοια η βεβαιότητα για την επιτυχία της παραπάνω σκηνοθεσίας που η βασική εκλεκτή της δεν μπορούσε χθες να κρύψει τον εκνευρισμό της για την εντυπωσιακή αστοχία της, από την καρναβαλική εισβολή των «άξεστων» μαζών στην «παράστασή» μας.
Αλλά η εξέγερση είναι θνησιγενής, αρκετή για να ταρακουνήσει τον κομματικό μηχανισμό, εντελώς, όμως, ανίκανη για να εκτοπίσει την μεταπολιτική, εντός της οποίας πολιτεύεται όλος ο ΣΥΡΙΖΑ.
Τα μέλη διέλυσαν τους σχεδιασμούς της κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά την ίδια στιγμή ανέθεσαν την απόλυτη εξουσία σε ένα νέο πρόσωπο, πιο συμπαθητικό, ίσως, που τους μιλάει καλύτερα, το οποίο όμως σύντομα θα πάρει τη θέση του στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας και αυτά θα επιστρέψουν στον ρόλο του παθητικού κομπάρσου.
Το αίτιο της μεταπολιτικής ηττήθηκε (πρόσκαιρα) από το σύμπτωμα της μεταπολιτικής, με τη βοήθεια της φαντασμαγορικής, πλην όμως στιγμιαίας, αναλαμπής της πολιτικής.

Εξίσου κατατοπιστική είναι και η ανάλυση του Γιάννη Παντελάκη στο lifo.gr:

Αν παραδεχτούμε ότι η μεταπολιτική ερμηνεύεται ως το σύνολο της παθολογίας και των συμπτωμάτων της πολιτικής και των ιδεολογιών, το προϊόν της κρίσης της δηλαδή, ο Κασσελάκης αποτελεί τον ιδανικό εκφραστή της. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θέλει ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας ως απάντηση στην κρίση της πολιτικής.  Κυρίως μπορεί να δώσει σε έναν ηττημένο και απόλυτα απελπισμένο πολιτικά χώρο μια προοπτική, όποια κι αν είναι αυτή. Αν όσα γράφονται τις τελευταίες ημέρες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκφράζουν και ένα σημαντικό κομμάτι αυτών που θα επιλέξουν τον/τη νέο/-α αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σαφές ότι ο Κασσελάκης έχει αρκετές πιθανότητες να πάει καλά και παράλληλα θα έχει θριαμβεύσει η επικοινωνία έναντι της πολιτικής.

Ο σπουδαίος Ντιντιέ Εριμπόν με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο αποδεικνύει ότι η κρίση της αριστεράς στη Γαλλία δεν είναι αποτέλεσμα προσώπων που βρέθηκαν σε ηγετικές της θέσεις αλλά της μετάλλαξης της αριστεράς. Το περιέγραψε με εύγλωττο τρόπο: «Με έναν ύποπτο ενθουσιασμό, η αριστερά άρχισε να τίθεται υπό την επιρροή νεοσυντηρητικών διανοούμενων οι οποίοι, με το πρόσχημα της ανανέωσης της αριστερής σκέψης, βάλθηκαν να διαγράψουν καθετί αριστερό από την αριστερά».

Κάπου εκεί πρέπει να αναζητήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις παθογένειες που τον οδήγησαν σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές ήττες –στα όρια της πανωλεθρίας οι δυο τελευταίες– και σε μια παρατεταμένη κρίση από την οποία εμφανώς δυσκολεύεται  να βγει. Εδώ και αρκετά χρόνια ο Φουκουγιάμα έχει διαψευστεί σε όλο τον κόσμο, το τέλος των ιδεολογιών δεν ήρθε ποτέ. Η όποια αποδοχή του Κασσελάκη από ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ είναι το αποτέλεσμα της ιδεολογικής σύγχυσης, της χρεοκοπίας πολιτικών προσώπων και εν τέλει των ατέλειωτων λαθών στα οποία υπέπεσε ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να κάνει ποτέ αυτοκριτική ή να τα παραδεχτεί. Δεν ηττήθηκε η ιδεολογία που έλεγε ότι αποτελεί τον κύριο εκφραστή του…”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *