Αντιγράφουμε από το Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών…
- λιγούρης λι-γού-ρης ουσ. (αρσ.) {λιγούρηδες} & λιγούρι (το) (προφ.) 1. που πεινά διαρκώς. Πβ. λιμασμένος, πεινάλας, πειναλέος, σαλιάρης, ψωμόλυσσα. 2. (μτφ.) που λαχταρά, ποθεί κάτι· ειδικότ. για άνδρα που εκδηλώνει έντονα και απροκάλυπτα, με το βλέμμα ή/και τη συμπεριφορά του, την ερωτική του επιθυμία. Βλ. ευρω~.|| Πβ. λυσσάρης, πέφτουλας.
Στο βίντεο που ακολουθεί θα δείτε το χαρακτηριστικό παράδειγμα του όρου (…τύφλα να ‘χει ο Mr Bean):