Στις 27 Οκτωβρίου (σε 3 ημέρες δηλ.) διεξάγονται εκλογές στο Ισραήλ, ενώ στις 3 Νοεμβρίου γίνονται οι λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι οποίες θα καθορίσουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο των ΗΠΑ και θα διαμορφώσουν την πορεία των δύο τελευταίων ετών της θητείας Τραμπ.
Από τη μία πλευρά, στο Ισραήλ, οι βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 αναμένεται να είναι ιδιαίτερα κρίσιμες. Οι δημοσκοπήσεις υποδεικνύουν μια αμφίρροπη αναμέτρηση, χωρίς να διασφαλίζουν σε κανένα πολιτικό στρατόπεδο την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, το διακύβευμα είναι μεγάλο: το πολιτικό του μέλλον, αλλά και οι πολιτικές προεκτάσεις των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεών του, ενδέχεται να επηρεαστούν καθοριστικά από το εκλογικό αποτέλεσμα.
Από την άλλη πλευρά, στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 ενδέχεται να μεταβάλουν σημαντικά τον συσχετισμό δυνάμεων στο Κογκρέσο. Και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων τίθενται σε εκλογική αναμέτρηση, όπως και 35 έδρες της Γερουσίας, συμπεριλαμβανομένων δύο ειδικών εκλογών. Η απώλεια της πλειοψηφίας στη Βουλή από τους Ρεπουμπλικανούς αποτελεί ένα σοβαρό ενδεχόμενο, το οποίο θα περιόριζε τα πολιτικά περιθώρια του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς όμως να συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη μεταβολή στη Γερουσία.
Μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: σε ποιον βαθμό οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ θα επηρεάσουν τη στάση των δύο κυβερνήσεων απέναντι στο Ιράν; Το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί, ιδίως εάν οι υφιστάμενες αντιπαραθέσεις παραμείνουν άλυτες. Δεν μπορεί, ωστόσο, να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι εκλογικές πιέσεις θα οδηγήσουν σε νέα επίθεση, ούτε ότι αυτή θα είναι αναγκαστικά σφοδρότερη από τις προηγούμενες.
Σε περίπτωση νέας μεγάλης στρατιωτικής αναμέτρησης, η ιρανική αντίδραση θα μπορούσε να διευρύνει σημαντικά το πεδίο της σύγκρουσης, απειλώντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, ενδεχόμενες διαταραχές στις ενεργειακές ροές, στη ναυσιπλοΐα και στις διεθνείς αγορές θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις πολύ πέρα από τα όρια της περιοχής.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν ένας περιφερειακός πόλεμος είναι αναπόφευκτος, αλλά αν οι πολιτικές και στρατιωτικές αποφάσεις των επόμενων εβδομάδων θα οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση ή θα αυξήσουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης και δυνητικά καταστροφικής σύγκρουσης.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη ενδεχόμενο που αξίζει να εξεταστεί: μήπως η κλιμακούμενη αντιπαράθεση με την Τουρκία αποτελέσει για τον Νετανιάχου ένα πρόσθετο πολιτικό χαρτί; Το προηγούμενο της 7ης Οκτωβρίου 2023 είναι ενδεικτικό, αν και όχι ταυτόσημο. Η επίθεση της Χαμάς και το σοκ που προκάλεσαν οι νεκροί και οι όμηροι έθεσαν προσωρινά την εθνική ασφάλεια στο επίκεντρο, δημιουργώντας συνθήκες συσπείρωσης γύρω από την πολεμική προσπάθεια. Αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες που αποδόθηκαν στην κυβέρνησή του για τις αποτυχίες ασφαλείας ούτε αποδεικνύει ότι η κρίση αξιοποιήθηκε εκ των προτέρων ως πολιτικό σχέδιο.
Σήμερα, καθώς η εκλογική αναμέτρηση πλησιάζει, η αυξανόμενη στρατηγική αντιπαλότητα Ισραήλ–Τουρκίας —από τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο— θα μπορούσε να μεταβάλει την πολιτική ατζέντα και να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ισραηλινής ασφάλειας. Εάν η ένταση κλιμακωθεί, ο Νετανιάχου ενδέχεται να επιχειρήσει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που αντιμετωπίζει μια νέα εξωτερική απειλή. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μια τέτοια αντιπαράθεση θα εξυπηρετούσε πολιτικά τον ίδιο, αλλά και αν οι εξελίξεις θα οδηγήσουν σε πραγματική στρατιωτική σύγκρουση ή θα παραμείνουν στο επίπεδο της διπλωματικής, στρατηγικής και επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.