Ο Μπιλ Γκέιτς, σε συνέντευξη του στο «The Tonight Show» του NBC, προέβλεψε ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, οι άνθρωποι δεν θα χρειάζονται πλέον «για τα περισσότερα πράγματα».
Χρησιμοποίησε μάλιστα το παράδειγμα των γιατρών και των δασκάλων στους οποίους ακόμα βασιζόμαστε για να τονίσει ότι σταδιακά δεν θα τους χρειαζόμαστε διότι «µε την τεχνητή νοημοσύνη, την επόμενη δεκαετία, αυτό θα γίνεται δωρεάν, θα έχουμε εξαιρετικές ιατρικές συμβουλές και σπουδαία διδασκαλία». Οι τίτλοι: «Σε 10 χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει δασκάλους και γιατρούς» ή «Επάγγελμα προς εξάλειψη οι δάσκαλοι λόγω τεχνητής νοημοσύνης».
Μια ματιά στην ιστορία
Μια ματιά στο μέλλον
Οι άνθρωποι δεν ρουφάμε τη γνώση με καλαμάκια – την κατασκευάζουμε μέσω της συνεχούς αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον μας, και μέρος αυτού του περιβάλλοντος είναι το σχολείο.
Κανένα παιδί δεν μαθαίνει τους νόμους της βαρύτητας διαβάζοντας τύπους – στοιβάζει τουβλάκια, τα αναποδογυρίζει και νιώθει το βάρος των αντικειμένων στα χέρια του.
Η γλώσσα δεν μεταφορτώνεται στον εγκέφαλό μας από στικάκια ή δισκέτες – την «περπατάμε», προφέρουμε λάθος λέξεις, μας διορθώνουν και σταδιακά βελτιώνουμε την κατανόησή μας μέσω της εμπειρίας.
Κάθε στιγμή της ανάπτυξής μας διαμορφώνεται από βρόχους ανατροφοδότησης μεταξύ του μυαλού μας, του σώματός μας και του απρόβλεπτου κόσμου γύρω μας.
Η εκπαιδευτική διαδικασία οφείλει να είναι πάνω από όλα μια καθημερινή σχέση ανατροφοδότησης.
Α. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να διδάξει στους μαθητές τις κοινωνικές δεξιότητες που αναπτύσσονται μόνο από την άμεση εμπειρία της προσωπικής αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους σε πολλές, πολλές επαναλήψεις. Αυτή η αλληλεπίδραση διευκολύνεται καθοριστικά από ικανούς και επικοινωνιακούς δασκάλους.
Β. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να διδάξει τη συμπεριφορική/συναισθηματική ανάπτυξη. Αυτό προϋποθέτει έναν ώριμο ενήλικα που έχει εμπειρία στην παιδική ψυχολογία. Επιπλέον, γνωρίζουμε καλά ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δάσκαλοι είναι αυτοί που εντοπίζουν (και πάντως οφείλουν να εντοπίζουν) σημαντικά προβλήματα που τα παιδιά κουβαλάνε από το σπίτι τους και παρέχουν βοήθεια για την αντιμετώπιση τους.
Γ. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να διδάξει στους μαθητές πώς να αξιολογούν την ποιότητα των πληροφοριών, και επομένως πώς να διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ ψεύτικων και αληθινών ειδήσεων. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια. Εκτελεί μόνο λειτουργίες σε πληροφορίες που τροφοδοτούνται στους αλγορίθμους της και δεν έχει κανέναν τρόπο να διδάξει και να αξιολογήσει την κριτική σκέψη σχετικά με αυτές τις πληροφορίες.
Δ. Δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός στην τεχνητή νοημοσύνη για την αξιολόγηση της πραγματικής μάθησης. Η πραγματική μάθηση δεν ταυτίζεται με τα τυποποιημένα τεστ πολλαπλών επιλογών. Η αξιολόγηση της μάθησης, δηλαδή του αν ο μαθητής γνωρίζει επαρκώς ένα αντικείμενο προϋποθέτει διαφοροποίηση των οικείων στο μαθητή προβλημάτων και μεθόδων, δημιουργία πλαισίων για έλεγχο της γνωσιακής του επάρκειας και τελικά ανθρώπινη αλληλεπίδραση.
Ε. Τα προβλήματα ψυχικής υγείας που σχετίζονται με τα κινητά τηλέφωνα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ήδη αρκετά και συνδέονται άμεσα με το χρόνο που περνάμε απομονωμένοι μπροστά σε οθόνες. Η μαζική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη θέση της ζωντανής διδασκαλίας θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο αυτά τα προβλήματα.
Αντί επιλόγου
Ο Γκέιτς και οι υπόλοιποι της Silicon Valley αντιμετωπίζουν τη διαδικασία μάθησης και ανάπτυξης των μαθητών σαν ένα ντους: βάζουμε τους μαθητές κάτω από έναν σωλήνα που θα τους λούζει με γνώσεις, γρήγορα και εντατικά, κάπως σαν το «ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε» που έλεγε και η παλιά διαφήμιση της τηλεόρασης. Αυτή τους η αντίληψη εκπηγάζει από τη φαντασίωση τους ότι η νοημοσύνη είναι κάτι που ανάγεται σε δεδομένα και υπολογιστικές διαδικασίες, αντί για κάτι που αναπτύσσεται μέσω της βιωμένης εμπειρίας. Η φαντασίωση τους αυτή τροφοδοτείται από τη μανία τους να τυποποιήσουν, και τελικά να εμπορευματοποιήσουν, ακόμα και τον τρόπο που κατανοούμε τον κόσμο. Και για να το κάνουν αυτό ποντάρουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια για να εκπαιδεύσουν ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που θα περάσει κάποιο αόρατο κατώφλι και ξαφνικά θα «καταλάβει» τον κόσμο όπως εμείς.
Η προβολή του μέλλοντος είναι πολιτικό εργαλείο, δημιουργεί συνειδήσεις και καθορίζει τη στάση μας απέναντι στις πολιτικές που ακολουθούνται και έρχονται. Αυτά που λέει ο Γκέιτς δεν είναι το μέλλον που αναπόφευκτα έρχεται, αλλά το μέλλον που θέλει ο ίδιος να έρθει. Ο Γκέιτς μας προετοιμάζει για ένα μέλλον όπου η εκπαιδευτική διαδικασία θα παραμορφωθεί βαθιά και μόνιμα για να έρθει στα μέτρα των μηχανών – θα αφυδατωθεί από την ουσία της και θα γίνει ένα πλήρως ελεγχόμενο βιομηχανικό τυποποιημένο προϊόν χαμηλού κόστους, υψηλής ταχύτητας και μηδενικής αξίας για την ανάπτυξη των μαθητών.
Μια εκπαίδευση χωρίς δασκάλους, ή με πολύ περιορισμένο το ρόλο τους λόγω εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης, θα είναι αφυδατωμένη από όλα όσα αναφέρθηκαν. Δεν μιλάμε επομένως για σχολεία χωρίς δασκάλους, αλλά για ψεκασμό μαθημάτων χωρίς εκπαίδευση.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα επιδράσει σημαντικά στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο το πόσο σημαντική θα είναι αυτή η επίδραση, πόσο γρήγορα θα συμβεί και ποιο ακριβώς θα είναι το περιεχόμενο της δεν έχει κριθεί ακόμα, και κανένας δεν μπορεί με ασφάλεια να το προβλέψει διότι θα περάσει αναγκαστικά μέσα από τις Συμπληγάδες της κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης και θα καθοριστεί και από το σημαντικό ρόλο των εκπαιδευτικών. Η ματαίωση των ονειρώξεων της Silicon Valley για το σχολείο είναι απαραίτητος όρος για να εξετάσουμε τις πιθανότητες μιας ενσωμάτωσης της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση με θετικό κοινωνικό πρόσημο. Και με τον τρόπο αυτό, επανέρχεται στην επιφάνεια η ανάγκη για ένα νέο πειστικό όραμα για το σχολείο και την εκπαίδευση…
*Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές» (εκδόσεις Τόπος)
(αναδημοσίευση από Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης τ. 140)