Η “Παγίδα του Θουκυδίδη”, το “γλυκό εμπόριο” και ο φόβος της παρακμής… Περί Κίνας, ΗΠΑ, Τραμπ και άλλων δαιμόνων… Δείτε τα βίντεο

ΒΙΒΛΙΟ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΑ

Έφτασε ο Τραμπ στην Κίνα, ηττημένος επί της ουσίας στον μάταιο πόλεμό του κατά του Ιράν, συνοδευόμενος από δεκάδες δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες, με την προσδοκία να αποκομίσει κάποιες συμφωνίες που θα βάλουν φρένο στον κατήφορο της αμερικάνικης οικονομίας και της γεωπολιτικής κατάρρευσης της Pax Americana.

Οι κωλοτούμπες του ήταν αναμενόμενες, καθώς η μόνη πολιτική αντίληψη, τόσο του Τραμπ, όσο και αυτών που εκπροσωπεί, είναι το κέρδος! Από εκεί που έλεγε:

Ο Xi Jinping είναι ένας φρικτός ηγέτης. Στέλνει όπλα στο Ιράν. Επιβάλλω μόνιμες κυρώσεις στην Κίνα.” το γύρισε, κατά το δείπνο που παρέθεσε η κινέζικη ηγεσία, λέγοντας:

Είσαι ένας εξαιρετικός ηγέτης. Το λέω σε όλους. Κάποιοι δεν γουστάρουν που το λέω, αλλά το λέω γιατί είναι αλήθεια. Λέω μόνο την αλήθεια.” (Δείτε το πρώτο βίντεο)

Εκεί όμως που πρέπει να έπαθε ζημιά από την άγνοιά του ήταν όταν ο Κινέζος ηγέτης, κατά την ομιλία του στο δείπνο, έκανε λόγο για την ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ!

Γιατί η διαφορά των Κινέζων ηγετών από τους αμερικανούς καουμπόηδες είναι ακριβώς στην καλλιέργεια και το πολιτιστικό κεφάλαιο με ιστορία χιλιάδων ετών…

Δείτε πρώτα το βίντεο από το news247.gr και διαβάστε τη συνέχεια…

Πάμε να δούμε λοιπόν τι σημαίνει η φράση αυτή και για το λόγο αυτό παραθέτουμε το περιεχόμενο της ανάρτησης του Δ.Α., καθηγητή Πανεπιστημίου στις ΗΠΑ, που αναλύει με εξαιρετικό τρόπο τα δεδομένα και την ιστορική και πολιτική σημασία της φράσης που χρησιμοποίησε ο Σι. Αξίζει να διαβαστεί μέχρι τέλους:

Η Παγίδα του Θουκυδίδη, το «γλυκό εμπόριο» και ο φόβος της παρακμής
Η χθεσινή συνάντηση Τραμπ–Σι και η επίκληση του Σι Τζινπίνγκ να αποφευχθεί η «παγίδα του Θουκυδίδη» επαναφέρει ένα από τα ερωτήματα της εποχής μας: το εμπόριο οδηγεί τελικά στην ειρήνη ή στον πόλεμο;
Η «Παγίδα του Θουκυδίδη» περιγράφει την τάση για σύγκρουση όταν μια ανερχόμενη δύναμη πλησιάζει ή απειλεί να ξεπεράσει μια κυρίαρχη δύναμη. Ο Θουκυδίδης υποστήριζε ότι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος έγινε ουσιαστικά αναπόφευκτος επειδή η άνοδος της Αθήνας προκάλεσε φόβο στη Σπάρτη.
Το 2015, ο καθηγητής του Χάρβαρντ Γκράχαμ Άλισον χρησιμοποίησε τον όρο για να περιγράψει τη στρατηγική ένταση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την ανερχόμενη Κίνα.
Γλυκό μου εμπόριο
Αν ακούσει κανείς τις δηλώσεις Σι, θα μπορούσε να πιστέψει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα εποχή συνεργασίας:
«Όταν οι δύο πλευρές συνεργάζονται, και οι δύο ωφελούνται· όταν πολεμούν, και οι δύο υποφέρουν».
Αυτό θυμίζει έντονα την παλιά φιλελεύθερη ιδέα του Μοντεσκιέ για το doux commerce, το «γλυκό εμπόριο». Η ιδέα ότι το εμπόριο εξημερώνει τα κράτη, δημιουργεί αλληλεξάρτηση και κάνει τον πόλεμο παράλογο. Δύο χώρες που κερδίζουν δισεκατομμύρια η μία από την άλλη υποτίθεται ότι δεν έχουν λόγο να συγκρουστούν. Ακούγεται λογικό. Το πρόβλημα είναι ότι η ιστορία δεν το επιβεβαιώνει πάντα.
Η Ευρώπη πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ίσως η πιο παγκοσμιοποιημένη περιοχή που είχε υπάρξει ποτέ μέχρι τότε. Εμπόριο, επενδύσεις, χρηματοπιστωτικές ροές, διεθνείς αγορές, όλα άνθιζαν. Κι όμως, αυτό δεν απέτρεψε τον μεγαλύτερο πόλεμο που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να εξηγήσει ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς στο The Great Global Transformation (2026). Και η ανάλυσή του είναι πολύ πιο σκοτεινή και ρεαλιστική από την αισιόδοξη φιλελεύθερη αφήγηση.
Η ίδια η ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας και της παγκοσμιοποίησης δείχνει ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξαλείφει αναγκαστικά τον ανταγωνισμό.
Αντίθετα, μπορεί να τον οξύνει. Η σύγκλιση ανάμεσα σε μια αναδυόμενη δύναμη και μια κυρίαρχη δύναμη δεν οδηγεί αναγκαστικά στην ειρήνη αλλά συχνά γεννά φόβο, αβεβαιότητα και τελικά σύγκρουση.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: οι ΗΠΑ αγαπούσαν την παγκοσμιοποίηση, όσο η Κίνα παρέμενε η «φθηνή βιομηχανία του κόσμου». Όταν όμως η Κίνα άρχισε να γίνεται τεχνολογικός ανταγωνιστής, η εικόνα άλλαξε.
Η σημερινή Κίνα δεν είναι η Κίνα του 1985. Δεν είναι απλώς μια χώρα φθηνών εργατικών χεριών. Είναι πρωταγωνίστρια στην τεχνητή νοημοσύνη, στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, στις μπαταρίες, στα δίκτυα 5G, στην εξόρυξη και επεξεργασία σπάνιων γαιών, στην πράσινη τεχνολογία και στις κρίσιμες βιομηχανικές αλυσίδες. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η αποτυχία της θεωρίας του «γλυκού εμπορίου».
Ο Μιλάνοβιτς ασκεί ουσιαστικά μια βαθιά κριτική στον φιλελεύθερο οικονομισμό του «γλυκού εμπορίου». Η ιδέα ότι τα κράτη λειτουργούν σαν ψυχροί λογιστές που απλώς υπολογίζουν το οικονομικό όφελος είναι υπερβολικά αφελής. Τα κράτη δεν κινούνται μόνο από το κέρδος. Κινούνται από φόβο, ισχύ, γεωπολιτική και αγωνία παρακμής, όπως ανέλυε και ο Θουκυδίδης. Η αμερικανική ελίτ δεν φοβάται μόνο ότι θα χάσει χρήματα από την Κίνα. Φοβάται ότι θα χάσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Ο φόβος της πρώτου ότι θα γίνει δεύτερος
Ο Μιλάνοβιτς αναλύει και τον Άνταμ Σμιθ, ο οποίος είχε μια πιο σύνθετη θεωρία. Ο Σμιθ πίστευε ότι το εμπόριο οδηγεί σε σύγκλιση οικονομικής και τεχνολογικής ισχύος και ότι αυτή η ισορροπία αποτρέπει τον πόλεμο μέσω του αμοιβαίου φόβου. Με απλά λόγια: όταν δύο χώρες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να καταστρέψουν η μία την άλλη, γίνονται πιο προσεκτικές. Αυτό μοιάζει πιο ρεαλιστικό. Και σε έναν βαθμό εξηγεί γιατί ΗΠΑ και Κίνα, παρά τις συγκρούσεις, αποφεύγουν την άμεση στρατιωτική αναμέτρηση και γιατί οι ΗΠΑ συμμετέχουν σε proxy πολέμους στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή ή και γιατί ο πιο άμεσος πόλεμος στο Ιράν φαίνεται να είναι σύντομος.
Η θεωρία όμως του Σμιθ υποθέτει ότι η ισορροπία ισχύος σταθεροποιεί το διεθνές σύστημα ισχύος. Η ιστορία όμως δείχνει ότι οι πιο επικίνδυνες περίοδοι είναι ακριβώς εκείνες όπου η ισορροπία αλλάζει, όπως θα έλεγε και ο Θουκυδίδης. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία δεν φοβήθηκε τη Γερμανία όταν ήταν αδύναμη. Τη φοβήθηκε όταν την πλησίαζε. Η Σπάρτη δεν φοβήθηκε την Αθήνα όταν ήταν ασήμαντη. Τη φοβήθηκε όταν ανέβαινε. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα.
Η Ουάσιγκτον δεν ανησυχεί επειδή η Κίνα είναι ήδη κυρίαρχη. Ανησυχεί επειδή μπορεί να γίνει.
Άρα η σύγκλιση δεν παράγει απλά «αμοιβαίο φόβο». Παράγει και φόβο παρακμής. Και αυτός ο φόβος μπορεί να κάνει την κυρίαρχη δύναμη επιθετική πριν χάσει το πλεονέκτημά της. Εδώ η ανάλυση του Μιλάνοβιτς γίνεται πολύ πιο σκληρή απέναντι στις αισιόδοξες θεωρίες της παγκοσμιοποίησης. Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίζει την πολιτική. Δεν εξαφανίζει ούτε τον εθνικισμό ούτε τη μάχη για ηγεμονία.
Κοινωνική Κρίση και Ιμπεριαλιστικός Ανταγωνισμός
Η τρίτη θεωρία που εξετάζει ο Μιλάνοβιτς είναι η θεωρία του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Η θεωρία των Χόμπσον (John Hobson)-Ρόζας Λούξεμπουργκ-Λένιν υποστήριζε ότι η υψηλή ταξική ανισότητα στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κοινωνιών δημιουργεί πλεονάζον κεφάλαιο αλλά ταυτόχρονα και ανεπαρκή εσωτερική ζήτηση. Οι καπιταλιστικές ελίτ αναζητούν τότε επενδύσεις και αγορές στο εξωτερικό, οδηγώντας σε ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και τελικά σε πόλεμο.
Ο Μιλάνοβιτς θεωρεί ότι αυτή η θεωρία είναι εξαιρετικά χρήσιμη για να κατανοήσουμε τη σημερινή σχέση ΗΠΑ–Κίνας, ιδιαίτερα επειδή συνδέει τις διεθνείς συγκρούσεις με εσωτερικές κοινωνικές ανισορροπίες. Ένας Πίνακας του βιβλίου του δείχνει τις εντυπωσιακές αναλογίες ανάμεσα στην προ του 1914 εποχή και στη σημερινή συγκυρία: υψηλή ανισότητα, πλεονάζον κεφάλαιο, ξένες επενδύσεις, κοινωνική δυσαρέσκεια, πολιτική κρίση και τελικά γεωπολιτική σύγκρουση.
Με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης η Κϊνα έβγαλε 800 εκατομμύρια από τη φτώχεια αλλά την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ, η παγκοσμιοποίηση ωφέλησε τεράστια τμήματα των οικονομικών ελίτ (π.χ. Apple, TESLA), αλλά ταυτόχρονα αποδυνάμωσε μεγάλα κομμάτια της αμερικανικής μεσαίας τάξης. Βιομηχανικές περιοχές ερήμωσαν, εργοστάσια, ιδιαίτερα στη “Ζώνη της Σκουριάς” έκλεισαν, θέσεις εργασίας μεταφέρθηκαν στην Ασία και η μεσαία τάξη αισθάνθηκε ότι το «Αμερικανικό Όνειρο» κατέρρεε. Ο Τραμπ αξιοποίησε ακριβώς αυτή την οργή.
Και εδώ βρίσκεται η δύναμη της ανάλυσης του Μιλάνοβιτς: δείχνει ότι η σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας δεν είναι απλώς γεωπολιτική. Είναι και εσωτερική κοινωνική κρίση των ίδιων των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Δυτική Βιρτζίνια, ιστορικό προπύργιο των Δημοκρατικών και των μεγάλων ταξικών μαχών των ανθρακωρύχων, που μετατράπηκε σε μία από τις πιο φιλοτραμπικές πολιτείες μετά την αποβιομηχάνιση και την κατάρρευση της οικονομίας του άνθρακα.
Ωστόσο, ο Μιλάνοβιτς δεν αποδέχεται πλήρως τη Χομπσιανή-λενινιστική ερμηνεία. Η βασική του ένσταση είναι ότι η θεωρία αυτή συχνά μετατρέπει τις διεθνείς συγκρούσεις σε σχεδόν μηχανικό αποτέλεσμα του καπιταλισμού. Υποτιμά τον ρόλο της πολιτικής επιλογής, της ιδεολογίας, του εθνικισμού και της κρατικής στρατηγικής. Επίσης, η σημερινή Κίνα δεν ταιριάζει εύκολα στο κλασικό σχήμα του ιμπεριαλισμού. Δεν είναι απλώς μια δυτική καπιταλιστική δύναμη που εξάγει κεφάλαιο. Είναι ένα υβριδικό σύστημα κρατικού καπιταλισμού [ή κρατικού σοσιαλισμού για ορισμένους], όπου το κράτος παίζει κεντρικό ρόλο στη βιομηχανική πολιτική, στις επενδύσεις και στις γεωοικονομικές στρατηγικές.
Η άνοδος της Κίνας μείωσε την παγκόσμια ανισότητα μεταξύ Δύσης και Ασίας. Όμως ταυτόχρονα αύξησε την ανασφάλεια μέσα στη Δύση. Η ίδια διαδικασία που δημιούργησε εκατοντάδες εκατομμύρια νέους καταναλωτές στην Ασία αποσταθεροποίησε πολιτικά τις δυτικές κοινωνίες.
Γι’ αυτό οι δηλώσεις των Σι και Τραμπ αποκτούν σχεδόν τραγική διάσταση. Και οι δύο μιλούν για συνεργασία και αμοιβαίο όφελος. Όμως η ίδια η επιτυχία της παγκοσμιοποίησης έχει μετατρέψει την οικονομική αλληλεξάρτηση σε πεδίο μάχης για τεχνολογική, οικονομική και γεωπολιτική κυριαρχία.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *